Κοινωνία

Ειδήσεις

Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας 2026

Δευτέρα, 9 Φεβρουαρίου 2026, 09:59

Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας 2026

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: αρχείο

Μέγεθος γραμματοσειράς

Σήμερα με αφορμή την Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας 2026 θα στρέψουμε την προσοχή μας στην καταγωγή της εληνικής γλώσσας.

Η ελληνική γλώσσα ανήκει στην ινδοευρωπαϊκή οικογένεια που περιλαμβάνει γλώσσες και διαλέκτους από την Ευρώπη και την Ασία. Ανήκει επίσης στο βαλκανικό γλωσσικό δεσμό. Αποτελεί την επίσημη γλώσσα της Ελλάδας και της Κύπρου.

Η ελληνική γλώσσα έχει την μακροβιότερη καταγεγραμμένη ιστορία από οποιαδήποτε άλλη ζωντανή ινδοευρωπαϊκή γλώσσα με τουλάχιστον 3 400 χρόνια γραπτής ιστορίας. Στην ελληνική γλώσσα, έχουν βρεθεί γραπτά κείμενα ήδη από τον 15ο αιώνα π.Χ.. Γράφεται με το ελληνικό αλφάβητο, το οποίο χρησιμοποιείται αδιάκοπα (αρχικά με τοπικές παραλλαγές, μετέπειτα υπό μια, ενιαία μορφή) εδώ και περίπου 2 600 χρόνια.

Λέγεται ότι το ελληνικό αλφάβητο προέρχεται από το φοινικικό αλφάβητο, με κάποιες προσαρμογές. Αλλά το φοινικικό αλφάβητο είναι συμφωνογραφικό αλφάβητο με 22 γράμματα, που χρησιμοποιούταν στον Λίβανο, την Παλαιστίνη και τη Συρία από τον 11ο μέχρι τον 5ο αιώνα π.Χ. στα γραπτά κείμενα της Φοινικικής, Αραμαϊκής, Εβραϊκής και άλλων σημιτικών γλωσσών.

Τα γράμματα του φοινικικού αλφαβήτου είναι απλοποίηση των αντίστοιχων γραμμάτων του πρωτοσημιτικού αλφάβητου, ενώ το παλαιότερο γραπτό δείγμα που έχει βρεθεί είναι μια επιγραφή στη σαρκοφάγο του βασιλιά Αχιράμ της Βύβλου, στον σημερινό Λίβανο, το 1000 π.Χ.

Το πρωτοσημιτικό αλφάβητο είναι η πιθανή κοινή πηγή προέλευσης όλων των βορειοδυτιοκοσημιτικών συμβολοσειρών. Ο τόπος προέλευσης του πρωτοσημιτικού αλφαβήτου είναι η περιοχή της Μέσης Ανατολής που εκτείνεται από τη χερσόνησο του Σινά μέχρι τη βόρειο Συρία.

Στο ελληνικό αλφάβητο βασίζεται το λατινικό, το κυριλλικό, το αρμενικό, το κοπτικό, το γοτθικό και πολλά άλλα αλφάβητα.

Πριν από τον 20ό αιώνα π.Χ. η ελληνική γλώσσα γραφόταν με τη Γραμμική Β και το κυπριακό συλλαβάριο.

Η Γραμμική Β ήταν συλλαβικό αλφάβητο που αποτέλεσε την πρώτη γραφή της ελληνικής γλώσσας. Προέρχεται από την προγενέστερη Γραμμική Α και χρησιμοποιήθηκε κατά τη Μυκηναϊκή Περίοδο (17ος - 13ος αι. π.Χ.), κυρίως για την τήρηση λογιστικών αρχείων στα ανάκτορα. Η παλαιότερη γραφή στην Μυκηναϊκή γλώσσα που έχει ανακαλυφθεί χρονολογείται γύρω στον 15ο αιώνα π.Χ.

Η Γραμμική Α αποτελείται, όπως και η Γραμμική Β, από συλλαβογράμματα (χαρακτήρες με συγκεκριμένη συλλαβική φωνητική αξία) και ιδεογράμματα (ή λογογράμματα, δηλαδή χαρακτήρες που αντιπροσωπεύουν αντικείμενα). Έχουν βρεθεί περίπου 60 συλλαβογράμματα και 60 ιδεογράμματα. Περίπου τα μισά από αυτά είναι κοινά με τους χαρακτήρες της Γραμμικής Β, κάτι που οδήγησε στην εικασία ότι η Γραμμική Α είναι πρόγονός της.

Το περιεχόμενο αυτών των εγγράφων ήταν παρόμοιο με αυτών που ανακαλύπτονται στη Μέση Ανατολή και αποτελούν καταγραφές αποθηκών, δικαιώματα επί γαιών, νόμους, επίσημες αλληλογραφίες κ.ά.

Την Γραμμική Β την ανακάλυψε ο Άρθουρ Έβανς (1851-1941), που την ονόμασε έτσι επειδή χρησιμοποιούνταν γραμμικοί χαρακτήρες και όχι εικονιστικοί, όπως στην μινωική ιερογλυφική γραφή. Πήλινες πινακίδες με Γραμμική Β γραφή βρέθηκαν αργότερα στο μυκηναϊκό ανάκτορο της Πύλου στη Μεσσηνία και σε άλλα μέρη στην ηπειρωτική Ελλάδα.

Το κυπριακό συλλαβάριο είναι συλλαβογραφική γραφή, η οποία χρησιμοποιήθηκε στην Κύπρο για την καταγραφή της ελληνικής γλώσσας και συγκεκριμένα της αρχαϊκής αρκαδοκυπριακής διαλέκτου, καθώς και της μη ελληνικής ετεοκυπριακής γλώσσας.

Η Αρκαδοκυπριακή διάλεκτος, αποκαλούμενη και νότια Αχαϊκή, είναι μία από τις διαλέκτους της αρχαίας ελληνικής, την οποία μιλούσαν στην κεντρική Πελοπόννησο και στην Κύπρο. Οι ομοιότητές της με τη Μυκηναϊκή ελληνική, όπως την ξέρουμε από τις πινακίδες της Γραμμικής Β, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι είναι απόγονός της. Η πρώιμη μορφή της, η Πρωτοαρκαδοκυπριακή, ήταν μάλλον η γλώσσα που ομιλούνταν από τους Αχαιούς στην Πελοπόννησο πριν την έλευση των Δωριέων, γι' αυτό και η Αρκαδοκυπριακή ονομάζεται και νότια Αχαϊκή. Η Πρωτοαρκαδοκυπριακή τοποθετείται περίπου το 1200 π.Χ. και υπάρχει υπόθεση ότι ήταν μια μορφή της μυκηναϊκής. Η εκδοχή αυτή στηρίζεται στην υπόθεση, ότι η γλώσσα της Γραμμικής Β ήταν μια "τεχνητή" ή επίσημη γλώσσα των ανακτόρων, η οποία διέφερε από τη γλώσσα που μιλούσε ο λαός στις διάφορες περιοχές, όπου έχουν βρεθεί πινακίδες με Γραμμική Β.

Οι ομοιότητες Κυπριακής και Αρκαδικής διαλέκτου μαρτυρούν ότι οι Αχαιοί είχαν αποικήσει και την Κύπρο. Στοιχεία για την αποίκηση αυτήν μας δίνει και ο Παυσανίας (Ελλάδος περιήγησις VIII 2), ο οποίος αναφέρει ότι μετά την καταστροφή της Τροίας οι Αρκάδες έπλευσαν στην Κύπρο και ίδρυσαν την Πάφο.

Το αρχαιότερο δείγμα της κυπριακής συλλαβογραφικής γραφής είναι μια χάλκινη ράβδος, η οποία βρέθηκε στην Παλαίπαφο (ΝΔ Κύπρος) και χρονολογείται στον 11ο αιώνα π.Χ. Αποκρυπτογραφήθηκε περίπου το 1870 από τον Άγγλο ασσυριολόγο Τζορτζ Σμιθ (1840-1876). Θεωρείται ότι χρησιμοποιείτο από τον 11ο ώς τον 4ο αιώνα π.Χ..

Θεωρείται ότι η συλλαβογραφική αυτή γραφή  κατάγεται από τη Γραμμική Α και από μια κυπρομινωική γραφή. Η βασική, θεμελιώδης μεταβολή που παρατηρείται είναι η εξαφάνιση των ιδεογραμμάτων, τα οποία αποτελούσαν σημαντικό μέρος αυτών των δύο μη αποκρυπτογραφημένων γραφών. Η εξέλιξη αυτή ήταν παράλληλη με την ανάπτυξη της σφηνοειδούς γραφής, δηλαδή με πορεία προς απλά γραμμικά σχήματα πάνω στον πηλό. Τα αρχαιολογικά στοιχεία δείχνουν ότι η γραφή εισήχθη στην Κύπρο από μινωίτες εμπόρους πριν από την ανάπτυξη του μυκηναϊκού πολιτισμού.

Η αρχαιότερη μαρτυρία της χρήσης της κυπριακής συλλαβογραφικής γραφής είναι σε επιγραφή στην οποία αναγράφεται το όνομα ενός ντόπιου άντρα, του Οφέλτα, η οποία τοποθετείται στο τέλος του 11ου αι. π.Χ.

Το κυπριακό συλλαβάριο αποτελεί τη μόνη συλλαβική γραφή που αποδίδει διάλεκτο της κλασικής Ελληνικής.

Η Ετεοκυπριακή ήταν προ-ινδοευρωπαϊκή γλώσσα που ομιλούνταν στην εποχή του Σιδήρου στην Κύπρο. Η ονομασία σημαίνει «αληθινή» ή «πρωτότυπη κυπριακή» και είναι παράλληλη με την Ετεοκρητική. Και οι δύο ονομασίες χρησιμοποιούνται από τη σύγχρονη έρευνα για να υποδηλώσουν τις προελληνικές γλώσσες αυτών των τόπων.

Η Ετεοκρητική («αληθινή Κρητική», από το ἐτεός, που σημαίνει «αληθινό») είναι προελληνική γλώσσα σε λίγες αλφαβητικές επιγραφές της αρχαίας Κρήτης.

Στην ανατολική Κρήτη, στις αρχαίες πόλεις Πραισό και Δρήρο, βρέθηκαν επιγραφές οι οποίες χρονολογούνται στα τέλη του 7ου έως και τον 3ο αι. π.Χ. Η γλώσσα είναι πιθανώς επιβίωση γλώσσας που ομιλείτο στην Κρήτη πριν από την άφιξη των Μυκηναίων. Δεν είναι βέβαιο αν προέρχεται από τη μινωική γλώσσα που σώζεται σε επιγραφές της Γραμμικής Α μια χιλιετία νωρίτερα, ή εάν συνδέεται με την παρουσία άλλων αρχαίων φυλών που κατοικούν στον ελληνικό χώρο. Οι λέξεις συχνά χωρίζονται με μια κάθετη γραμμή και το κείμενο στις παλαιότερες επιγραφές είναι γραμμένο βουστροφηδόν (τρόπος γραφής με εναλλασσόμενη φορά). Οι νεότερες επιγραφές είναι γραμμένες εξ ολοκλήρου από αριστερά προς τα δεξιά με το ιωνικό αλφάβητο που είναι ένα από τα αρχαϊκά ελληνικά αλφάβητα.

Ως αρχαϊκά ελληνικά αλφάβητα αναφέρονται οι διάφορες τοπικές παραλλαγές του ελληνικού αλφάβητου στις περιοχές όπου βρισκόταν σε χρήση η ελληνική γλώσσα, ιδίως κατά την αρχαϊκή και πρώιμη κλασική περίοδο, πριν την εμφάνιση της τελικής εκδοχής των 24 γραμμάτων περίπου το 400 π.Χ. η οποία επικράτησε ως ενιαία μορφή από τότε.

 Επιμέλεια: Αγάπη Γιορντανόβα

Στη δημοσίευση εργάστηκε / εργάστηκαν: Αγάπη Γιορντανόβα