Συγγραφέας:

Ντιάνα Τσανκόβα

Κοινωνία

Ειδήσεις

Βία στο διαδίκτυο – η ψυχολογία της ατιμωρησίας και της έλλειψης ενσυναίσθησης

Οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται την υποβολή καταγγελιών όχι ως καθήκον του πολίτη, αλλά ως προσωπικό κίνδυνο, λόγω φόβου αντιποίνων

Τρίτη, 10 Φεβρουαρίου 2026, 06:15

Βία στο διαδίκτυο – η ψυχολογία της ατιμωρησίας και της έλλειψης ενσυναίσθησης

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: freepik.com

Μέγεθος γραμματοσειράς

Γινόμαστε μάρτυρες αποκαλύψεων στη Βουλγαρία που σχετίζονται με τη βιντεοσκόπηση κακοποίησης ζώων και την τοποθέτηση καμερών σε κέντρα αισθητικής και γυναικολογικά ιατρεία, με σκοπό το υλικό να διαμοιραστεί αργότερα σε ιστοσελίδες για ενήλικες. Σύμφωνα με την ψυχολογία, πίσω από το φαινόμενο αυτό βρίσκεται ένας σύνθετος συνδυασμός προσωπικών ελλειμμάτων και κοινωνικού περιβάλλοντος, που επιτρέπει τέτοιες συμπεριφορές όχι μόνο να εκδηλώνονται, αλλά και να κανονικοποιούνται.

 

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: freepik.com

Ο κοινωνικός ψυχολόγος αναπλ. καθηγητής Νικολάι Ντιμίτροφ χρησιμοποιεί τον όρο «απανθρωποποίηση του θύματος» για να εξηγήσει γιατί η καταγραφή και η διανομή εικόνων βίας ή όσων συμβαίνουν σε ιδιωτικούς χώρους μετατρέπεται σε διασκέδαση για τον δράστη. Υπάρχει επίσης το φαινόμενο της ηθικής απόστασης, κατά το οποίο ο δημιουργός του περιεχομένου δεν βλέπει τις συνέπειες των πράξεών του, ενώ το περιβάλλον του προσφέρει ανωνυμία και αίσθηση ατιμωρησίας.

καθ.Νικολάι Ντιμιτρόφ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Άνη Πετρόβα

«Στη βάση τέτοιων παραβιάσεων των κανόνων βρίσκεται η αναζήτηση εξουσίας και ελέγχου πάνω σε ένα ζωντανό ον – είτε ζώο είτε άνθρωπο – πάνω στο σώμα, στον προσωπικό χώρο και στον πόνο του άλλου», λέει ο Νικολάι Ντιμίτροφ. «Αυτός είναι ένας τρόπος αντιστάθμισης ενός εσωτερικού κενού, έλλειψης ενσυναίσθησης ή της ανάγκης για αίσθηση προσωπικής σημασίας. Όταν τέτοιες πράξεις μένουν χωρίς ηθική και θεσμική αντίδραση, αρχίζουν να αναπαράγονται.»

Σε τέτοιου είδους ακρότητες, τα χρήματα συχνά αποτελούν δευτερεύον κίνητρο. Το γεγονός ότι το περιεχόμενο στο διαδίκτυο συγκεντρώνει προβολές με τη μορφή likes, κοινοποιήσεων και σχολίων, μετατρέπεται σε πηγή κύρους. Σε αυτό το πλαίσιο, οι άνθρωποι που υποψιάζονται ότι συμβαίνει κάτι λάθος συχνά επιλέγουν να μείνουν αμέτοχοι.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: ΒΕΡ

«Συνήθως πρόκειται για το λεγόμενο φαινόμενο του παθητικού παρατηρητή», εξηγεί ο ψυχολόγος. «Όσο περισσότεροι άνθρωποι γνωρίζουν ή υποψιάζονται ότι κάτι συμβαίνει, τόσο μικρότερη είναι η πιθανότητα κάποιος να αντιδράσει. Η ευθύνη διαχέεται και ο καθένας περιμένει από τον άλλον να αναλάβει πρωτοβουλία. Υπάρχει επίσης φόβος αντιποίνων. Δημιουργείται μια κουλτούρα προσεκτικής σιωπής – ο φόβος γίνεται κυρίαρχος και η παθητικότητα φαίνεται κατανοητή, αν και κοινωνικά επιζήμια. Η ακραία συμπεριφορά εμφανίζεται εκεί όπου οι κανόνες είναι ασαφείς, οι κυρώσεις ασυνεπείς και η κοινωνική αντίδραση καθυστερημένη ή διστακτική. Το πιο επικίνδυνο δεν είναι η ίδια η πράξη, αλλά η σιωπή γύρω της, γιατί αυτή την καθιστά δυνατή.»

Από πού όμως πρέπει να ξεκινά η καλλιέργεια της ενσυναίσθησης;

«Από όλους τους παράγοντες κοινωνικοποίησης, στην πρώτη θέση βρίσκεται η οικογένεια», είναι κατηγορηματικός ο ψυχολόγος. «Όταν οι γονείς είναι απασχολημένοι και δεν δίνουν αρκετή προσοχή στα παιδιά τους, αυτά δεν έχουν από πού να μάθουν βασικές κοινωνικές δεξιότητες. Σε ένα τυπικό σχολικό περιβάλλον επίσης συχνά δεν γίνεται επαρκής δουλειά πάνω σε αυτά τα θέματα. Δεν πρέπει να παραλείπουμε και τη θρησκεία, έναν ισχυρό παράγοντα διαμόρφωσης του ανθρώπου, όμως βλέπουμε σε ποια θεσμική και ηθική κρίση, με απόσυρση από τις κοινωνικές της λειτουργίες, βρίσκεται η Βουλγαρική Ορθόδοξη Εκκλησία. Και φυσικά τα μέσα ενημέρωσης, που είναι επίσης ισχυρός παράγοντας κοινωνικοποίησης. Όταν η βία στα μέσα, ιδιαίτερα η οπτική, αποτελεί μέρος της καθημερινής ροής περιεχομένου, κανονικοποιείται και αρχίζει να γίνεται αντιληπτή ως φυσικό στοιχείο της ζωής.»


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: ΒΤΑ

«Είναι σημαντικό η κοινωνία να αντιδρά», λέει καταλήγοντας ο ψυχολόγος. «Ελπίζω οι θεσμοί της δικαιοσύνης να κάνουν τη δουλειά τους, γιατί ένας από τους μηχανισμούς κοινωνικού ελέγχου είναι ακριβώς η αντίδραση των θεσμών.»


Μετάφραση: Σβέτλα Τόντοροβα

Στη δημοσίευση εργάστηκε / εργάστηκαν: Σβετλανα Τόντοροβα-Γκέργκοβα