Ειδήσεις
Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2026 20:05
Παρασκευή, 13 Φεβρουαρίου 2026, 20:05
Παναγιότ Πίπκοφ
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: ΒΕΡ
Μέγεθος γραμματοσειράς
«Βάδιζε, λαέ αναγεννημένε» – ο εορταστικός ύμνος-έπαινος προς τους αγίους αδελφούς Κύριλλο και Μεθόδιο, είναι αναμφίβολα το πιο δημοφιλές έργο του Παναγιότ Πίπκοφ (1871–1942), ενός από τους πρωτοπόρους της βουλγαρικής κλασικής μουσικής. Όμως η συμβολή του στον βουλγαρικό πολιτισμό δεν εξαντλείται μόνο σ΄αυτό το υπέροχο τραγούδι. Ταλαντούχος συνθέτης, μαέστρος, ηθοποιός του θεάτρου, ποιητής, δημοσιογράφος, παιδαγωγός, κοινωνικός παράγοντας – και αυτός, όπως και οι άλλοι πρώτοι μας δημιουργοί, σπούδασε στο εξωτερικό, αλλά επέστρεψε στην πατρίδα για να αφιερώσει τις δυνάμεις και το ταλέντο του στην οικοδόμηση μιας νέας Βουλγαρίας.
Ο Παναγιότ Πίπκοφ γεννήθηκε στο Πλόβντιβ και από μικρός έπαιζε βιολί, τραγουδά σε χορωδία, γράφει ποιήματα. Από τα 16 του συμμετείχε ως ηθοποιός σε θεατρικούς θιάσους στο Πλόβντιβ και στη Σόφια. Ο πατέρας του – ο μουσικός Χρίστο Πίπκοφ – δεν κατάφερε να εξασφαλίσει σπουδές για τον γιο του. Αυτό το έκαναν καλλιτέχνες από το θέατρο «Σάλζα ι Σμιάχ», που τον έστειλαν να σπουδάσει στο Μιλάνο, όπου έζησε από το 1893 έως το 1895. Μετά την επιστροφή του στην πατρίδα, ο Παναγιότ Πίπκοφ έγινε μαέστρος μουσικών συλλόγων στη Βάρνα και στο Ρούσε. Το 1900 διορίστηκε καθηγητής μουσικής στο Λόβετς. Τα πέντε χρόνια που πέρασε εκεί ήταν τα πιο ευτυχισμένα και δημιουργικά. Ήταν η ψυχή της μουσικής ζωής της πόλης: ίδρυσε δύο χορωδίες, διεύθυνε τη δημοτική φιλαρμονική, έγραφε τραγούδια και εμβατήρια.
Το 1903 ο Πίπκοφ παντρεύτηκε τη δασκάλα Νάντκα Στεφάνοβα, η οποία ήταν μέλος της χορωδείας του. Στο Λόβετς γεννήθηκαν οι δύο γιοι τους – ο ένας είναι ο μεγάλος βούλγαρος συνθέτης Λιουμπομίρ Πίπκοφ. Οι μορφωμένοι συνομήλικοι του Λιουμπομίρ Πίπκοφ – η λεγόμενη «δεύτερη γενιά» βουλγάρων συνθετών – έθεσαν έναν φιλόδοξο στόχο: να δημιουργήσουν εθνικό βουλγαρικό μουσικό ύφος.
Λιουμπομίρ Πίπκοφ
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: operasofia.bg
Η γενιά του πατέρα, του Παναγιότ Πίπκοφ, είχε άλλη αποστολή – να μορφώσει και να εισαγάγει μια διαφορετική, σύγχρονη κουλτούρα. Οι συνοδοιπόροι του έγραφαν, εκδίδαν, έπαιζαν, αλλά πάνω απ’ όλα ήταν δάσκαλοι. Και ο ίδιος εργάστηκε ως καθηγητής σε αρκετά γυμνάσια της πρωτεύουσας, διεύθυνε ερασιτεχνικές χορωδίες και ορχήστρες και δημιούργησε ρεπερτόριο γι’ αυτές. Συμμετείχε στους πολέμους από το 1912 έως το 1918 ως αρχιμουσικός. Έπειτα έγινε μαέστρος στο «Ελεύθερο Θέατρο» – το πρώτο επαγγελματικό θέατρο οπερέτας στη Βουλγαρία.
Παναγιότ Πίπκοφ
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Κρατική Υπηρεσία Αρχείων
Στη δεκαετία του 1920 είναι επίσης χορωδάρχης στην Εθνική Όπερα, ηθοποιός και μουσικός στο Δραματικό Θέατρο της Σόφιας, αρχιμουσικός της Δημοτικής Φιλαρμονικής της Αστυνομίας της πρωτεύουσας. Έγραφε θεατρικά έργα και άρθρα, όμως η συμβολή του ως συνθέτη ήταν η πιο σημαντική.
Ο Παναγιώτ Πίπκοφ ήταν δημιουργός δύο παιδικών οπερετών – «Παιδιά και πουλάκια» και «Ο γρύλος και το μυρμήγκι». Στη δεύτερη περιλαμβάνεται ένα από τα πιο αγαπημένα βουλγαρικά τραγούδια – «Γλυκόλαλη κορυδαλλός», που δημιουργήθηκε το 1903 πάνω σε ποίημα του παιδικού συγγραφέα και ποιητή Τσόνιο Κάλτσεφ.
Εκτός από το δημοφιλές «Γλυκόλαλη κορυδαλλός», ο Παναγιώτ Πίπκοφ έχει δημιουργήσει πολλά χορωδιακά τραγούδια και εμβατήρια για φιλαρμονική ορχήστρα, μουσική δωματίου και θεατρικές παρτιτούρες. Θεωρείται ότι είναι ο συνθέτης της πρώτης γενιάς της οποίαςτα έργα για πιάνο ανέβασαν τη βουλγαρική κλασική δημιουργία σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Δύο από τα πιο δημοφιλή του τραγούδια – «Όταν ήμουν βοσκόπουλο» και «Πού είναι η Βουλγαρία»πάνω σε στίχους του μεγάλου ποιητή Ιβάν Βάζοφ, αποτελούν μέρος της ανεκτίμητης βουλγαρικής πολιτιστικής κληρονομιάς. Εκτός από τραγούδι, το «Πού είναι η Βουλγαρία» υπάρχει και ως επίσημο στρατιωτικό εμβατήριο, αλλά είναι ιδιαίτερα συγκινητικό όταν ακούγεται με τη φρεσκάδα παιδικών φωνών – όπως αυτές της φωνητικής ομάδας «Ασημένια καμπανάκια» με διευθυντή τον Στέφαν Ριμπάροφ.
Μετάφραση: Σβέτλα Τόντοροβα
Στη δημοσίευση εργάστηκε / εργάστηκαν: Σβετλανα Τόντοροβα-Γκέργκοβα